
ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥΣ ΦΩΝΑΖΟΥΝ.
ΑΠΛΩΣ ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΙΣ ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ.
Ιστορίες κακοποίησης γυναικών 60+
"Απλώς συνήθισα".
«Δεν ξύπνησα μια μέρα και είπα “ζω με κακοποίηση”», μου λέει η Μαρία. Είναι 67 ετών και μιλά ήρεμα, σχεδόν απολογητικά. «Απλώς συνήθισα. Έτσι γίνονται αυτά».
Κάθεται απέναντί μου με τα χέρια σφιγμένα, σαν να φοβάται ακόμη ότι κάποιος την ακούει. «Στην αρχή ήταν μόνο λόγια. Με διόρθωνε συνεχώς. Μου έλεγε ότι υπερβάλλω, ότι είμαι ευαίσθητη, ότι φταίω εγώ».
Στην αρχή ήταν τα λόγια. «Με έκανε να νιώθω μικρή. Να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου». Με τον καιρό, τα λόγια έγιναν κανόνες. «Μην πας εκεί. Μην μιλάς σε εκείνη. Τι το θέλεις το τηλέφωνο;» Η ζωή της μίκρυνε χωρίς να το καταλάβει. «Έκοψα φίλους, μετά συγγενείς. Όταν το συνειδητοποίησα, ήμουν ήδη μόνη». Μετά ήρθαν οι απαγορεύσεις, οι έλεγχοι, η απομόνωση. «Δεν μου το είπε ποτέ καθαρά, αλλά ήξερα ότι δεν έπρεπε να μιλάω. Ούτε σε φίλους, ούτε στην οικογένεια».
Τα χέρια εμφανίστηκαν αργότερα. «Και τότε ήταν πια αργά. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Και τότε είπα: τώρα πια δεν φεύγεις. Είσαι μεγάλη».
Τη ρωτώ γιατί δεν ζήτησε βοήθεια. Παίρνει χρόνο πριν απαντήσει. «Γιατί δεν είχα λεφτά δικά μου. Γιατί φοβόμουν τι θα πει ο κόσμος. Γιατί στα 60 δεν σου λένε “ξεκίνα από την αρχή”, σου λένε “κάνε υπομονή”». Μου λέει πως ένιωθε αόρατη. «Σαν να μην μπορούσε να μου συμβεί κάτι τόσο σοβαρό, μόνο και μόνο επειδή είχα άσπρα μαλλιά».
Η Μαρία δεν μιλά για εκδίκηση. Μιλά για αναγνώριση. «Θέλω να ξέρουν ότι η βία δεν τελειώνει με την ηλικία. Ότι δεν είναι ποτέ αργά να φύγεις, αρκεί κάποιος να σου πει ότι έχεις δικαίωμα». Όταν σηκώνεται να φύγει, μου λέει χαμηλόφωνα: «Το πιο δύσκολο δεν ήταν τα χτυπήματα. Ήταν ότι έμαθα να μη ζητάω βοήθεια».
Η ιστορία της Μαρίας δεν είναι εξαίρεση. Είναι απλώς μια ιστορία που, για χρόνια, κανείς δεν ήθελε να ακούσει.
"Η κακοποίηση ήταν σιωπηλή".
«Στα 62 μου δεν με χτυπούσε πια. Δεν χρειαζόταν», μου λέει η Ελένη. Η φωνή της είναι σταθερή, σχεδόν ψυχρή. «Η δουλειά είχε γίνει χρόνια πριν».
Η Ελένη παντρεύτηκε στα 20. Δούλεψε, μεγάλωσε παιδιά, πλήρωσε δάνεια. «Όλα ήταν στο όνομά του. Ο μισθός μου πήγαινε στο κοινό ταμείο, αλλά ποτέ δεν ήταν πραγματικά κοινό».
Όταν αρρώστησε και αναγκάστηκε να σταματήσει να εργάζεται, η εξάρτηση έγινε απόλυτη. «Δεν είχα πια πρόσβαση σε λογαριασμούς. Ούτε σε αποφάσεις». Η κακοποίηση ήταν σιωπηλή. «Με μετρούσε. Τι ξόδεψες, γιατί άργησες, γιατί κουράστηκες».
Της μιλούσε σαν να ήταν βάρος. «Μου έλεγε ότι χωρίς αυτόν δεν θα τα κατάφερνα. Κι εγώ, σιγά-σιγά, το πίστεψα». Δεν την έβριζε μπροστά σε άλλους. «Ήταν ευγενικός. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο να εξηγήσω».
Τη ρωτώ γιατί δεν έφυγε. Γελάει πικρά. «Γιατί στα 60 δεν έχεις αποδείξεις. Δεν έχεις μώλωπες. Έχεις μόνο κούραση». Μου λέει πως όταν τόλμησε να μιλήσει σε οικείους της είπαν ότι «αυτά είναι οικογενειακά».
Σήμερα η Ελένη ζει μόνη, με μια μικρή σύνταξη και λιγότερο φόβο. «Δεν ξαναέφτιαξα τη ζωή μου. Την πήρα πίσω».
Θέλει η ιστορία της να ακουστεί για έναν λόγο: «Για να καταλάβουμε ότι η βία δεν φωνάζει πάντα. Μερικές φορές ψιθυρίζει, μέχρι να σε εξαφανίσει».

ΘΕΛΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΑ ΑΚΟΥΣΤΕΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΛΟΓΟ. "ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΒΙΑ ΔΕ ΦΩΝΑΖΕΙ ΠΑΝΤΑ.
ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ, ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΣΕ ΕΞΑΦΑΝΙΣΕΙ".
"Να την αγαπώ και να τη φοβάμαι ταυτόχρονα.
"Θα σου τα πω πολύ σύντομα και φτιάξτα εσύ μετά, δε θέλω να τα σκέφτομαι ούτε να τα.. άστο", μου λέει η Άννα.
"Δεν θα το φανταζόμουν ποτέ ότι θα φοβόμουν το ίδιο μου το παιδί». Είναι 74 ετών. «Όχι γιατί με χτυπούσε συχνά. Αλλά γιατί ήξερε ακριβώς πώς να με κάνει να σωπαίνω».
Μετά τον θάνατο του άντρα της, η κόρη της τής πρότεινε να μείνουν μαζί. «Για να μη μένω μόνη», μου είπε. Στην αρχή ήταν ανακούφιση. «Μετά άρχισαν οι φωνές. Ότι είμαι βάρος. Ότι ξεχνάω. Ότι χαλάω τα πράγματα». Η Άννα άρχισε να αμφιβάλλει για τον εαυτό της. «Όταν σου το λένε κάθε μέρα, το πιστεύεις».
Η κακοποίηση δεν ήταν πάντα σωματική. «Μου έπαιρνε την κάρτα. Μου έλεγε πότε θα φάω, πότε θα κοιμηθώ, πότε θα μιλήσω». Όταν αντιδρούσε, την απειλούσε. «Αν μιλήσεις, θα πω ότι δεν είσαι καλά. Ποιος θα σε πιστέψει;»
Τη ρωτώ γιατί δεν ζήτησε βοήθεια. Με κοιτάει, σχεδόν με απορία, βαθιά μέσα στα μάτια. «Γιατί είναι η κόρη μου. Και γιατί ντρεπόμουν. Ποια μάνα λέει ότι φοβάται το παιδί της;»
Το πιο επώδυνο δεν ήταν οι προσβολές. «Ήταν ότι έπρεπε να την αγαπάω και να την φοβάμαι ταυτόχρονα».
Σήμερα η Άννα φιλοξενείται σε άλλη κατοικία, με τη βοήθεια κοινωνικής υπηρεσίας. «Δεν έπαψα να είμαι μάνα», μου λέει. «Αλλά έπρεπε να θυμηθώ ότι είμαι και άνθρωπος».
Η ιστορία της φωτίζει μια βία που σπάνια λέγεται δυνατά.. γιατί, όταν ο θύτης είναι παιδί, η σιωπή γίνεται ακόμη πιο βαριά.
"Οι ηλικιωμένοι δεν φωνάζουν πάντα για βοήθεια".
"Τη μητέρα μου τη λένε Σοφία. Είναι 81 ετών. Και για μήνες κακοποιούνταν μέσα στο ίδιο της το σπίτι, χωρίς να το ξέρω", μου λέει ο Δημήτρης. "Ή μάλλον… χωρίς να θέλω να το δω".
Μετά το εγκεφαλικό, η μητέρα του χρειαζόταν βοήθεια. "Δεν μπορούσα να είμαι εκεί όλη μέρα. Βρήκαμε μια κυρία για να τη φροντίζει. Είχε μια σύσταση, από μια οικογένεια που φρόντιζε στο παρελθόν οπότε την εμπιστεύτηκα. Έδειχνε ευγενική, ήσυχη, “επαγγελματίας”. Όλα έμοιαζαν σωστά. Μέχρι που άρχισα να παρατηρώ μικρά πράγματα".
Η μητέρα του Δημήτρη ήταν στα πρώτα στάδια την άνοιας. Έτσι εξηγούσε ότι η Σοφία φοβόταν όταν έμπαινε στο δωμάτιο η κυρία που τη φρόντιζε. "Σταματούσε να μιλά, κάπως σα να μαζευότανε". Ο Δημήτρης τα πρωινά εργάζεται. Άρχισε να παρατηρεί αυτή τη συμπεριφορά της Σοφίας, τα μεσημέρια όταν επέστρεφε από τη δουλειά του.
«Λες “είναι άνοια”, “είναι σύγχυση”». Μια μέρα είδε σημάδια στα χέρια της. «Μου είπε ότι έπεσε. Το είπε μηχανικά. Όχι όπως λέει κανείς την αλήθεια». Όταν έμειναν μόνοι, του ψιθύρισε: «Μην την θυμώσεις».
Ο Δημήτρης πάγωσε. «Εκεί κατάλαβα ότι κάτι πολύ λάθος συμβαίνει». Έμαθε πως η.. κυρία της φώναζε, την έσπρωχνε, την απειλούσε ότι “αν μιλήσει, θα τη στείλουν σε ίδρυμα”. «Την είχε πείσει ότι δεν έχει επιλογές».
Σήμερα, τη Σοφία την φροντίζει μια πραγματική επαγγελματίας. Για τον Δημήτρη όμως «το βάρος μένει. Γιατί εγώ την έβαλα στο σπίτι. Γιατί δεν κατάλαβα νωρίτερα».
Κλείνει την κουβέντα με κάτι που θέλει να ακουστεί: «Οι ηλικιωμένες γυναίκες δεν φωνάζουν πάντα για βοήθεια. Κι όταν δεν μιλάνε, δεν σημαίνει ότι δεν υποφέρουν. Σημαίνει ότι φοβούνται».

"ΟΙ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΕΣ ΔΕΝ ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ. ΚΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΙΛΑΝΕ, ΔΕ ΣΗΜΑΝΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΟΦΕΡΟΥΝ.
ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ".
"Στα 73 δεν ταιριάζει να ζητάς βοήθεια".
«Τη γνωρίζω σαράντα χρόνια. Ξέρω πώς γελάει, πώς θυμώνει, πώς σωπαίνει. Κι αυτό το σωπαίνει, τον τελευταίο καιρό, είχε γίνει αφύσικο», μου λέει η Κατερίνα για τη φίλη της, τη Λένα, 73 ετών.
Δεν υπήρχαν σημάδια που να “φωνάζουν”. «Ήταν πιο σκυφτή. Πιο προσεκτική. Κοιτούσε συνέχεια το κινητό της, λες και περίμενε έγκριση για να μιλήσει». Όταν τη ρωτούσε τι συμβαίνει, η Λένα χαμογελούσε. «Τίποτα, μωρέ. Μεγαλώνουμε».
Μια μέρα, όμως, άργησε να πάει στο καθιερωμένο τους ραντεβού για ελληνικό καφέ στο σπίτι της κοινής τους φίλης. «Όταν έφτασε, ήταν ταραγμένη. Και τότε μου είπε κρυφά από τις άλλες: “Δεν αντέχω άλλο”». Η κακοποίηση ήταν καθημερινή. Φωνές, υποτιμήσεις, έλεγχος, φόβος. «Όχι χτυπήματα συχνά. Αλλά αρκετά για να φοβάται».
Η Κατερίνα δεν ήξερε τι να κάνει. «Δεν ήθελα να την πιέσω. Ήθελα να την πιστέψω». Της πρότεινε να πάνε μαζί σε συμβουλευτικό κέντρο. «Μου είπε ότι ντρεπόταν. Ότι στα 73 της δεν “ταιριάζει” να ζητάς βοήθεια». Πήγαν μαζί. «Κάθισα δίπλα της. Αυτό μόνο».
Σήμερα, η Λένα κάνει μικρά βήματα. «Δεν σώθηκε μέσα σε μια μέρα», λέει η Κατερίνα. «Αλλά κάποιος την άκουσε. Καμιά φορά, το πιο σημαντικό δεν είναι να έχεις λύση. Είναι να μην αφήσεις τη φίλη σου μόνη».
"Δεν είναι λύση να περιμένεις να πεθάνει ο άλλος".
«Δεν έφυγα. Δεν επαναστάτησα. Δεν σώθηκα», λέει η Ρένα, 71 ετών. «Απλώς έμεινα χήρα».
Για σαράντα πέντε χρόνια, τα οικονομικά δεν ήταν ποτέ δικά της. «Δούλευα, αλλά δεν διαχειριζόμουν. Έπαιρνα σύνταξη, αλλά δεν ήξερα πόση». Ό,τι χρειαζόταν περνούσε από εκείνον.
«Δεν μου το απαγόρευσε ποτέ ευθέως. Με έπεισε ότι δεν είναι δική μου δουλειά».
Όταν ρωτούσε, της έλεγε ότι «μπερδεύεται», ότι «αγχώνεται», ότι «δεν καταλαβαίνει από αριθμούς». Σιγά-σιγά, σταμάτησε να ρωτά. «Έμαθα να ζητάω. Για φάρμακα. Για ένα δώρο. Για τον εαυτό μου». Μαζί με τα χρήματα, έχασε και τη φωνή της. «Όταν εξαρτάσαι οικονομικά, αρχίζεις να φοβάσαι και συναισθηματικά».
Δεν υπήρχαν χτυπήματα. «Υπήρχε όμως φόβος. Τι θα κάνω μόνη μου; Πού θα πάω; Με τι λεφτά;» Έμεινε. «Όχι από αγάπη. Από ανάγκη».
Όταν εκείνος πέθανε, δεν ένιωσε ελευθερία. «Ένιωσα ενοχή που ανάπνευσα». Μόνο τότε είδε λογαριασμούς, χρέη, αποφάσεις που δεν είχε πάρει ποτέ. «Κατάλαβα πόσο μικρή με είχε κάνει».
Σήμερα η Ρένα ζει μόνη. «Δεν γλίτωσα επειδή με προστάτευσε κανείς. Γλίτωσα επειδή τελείωσε». Και θέλει να ειπωθεί αυτό: «Δεν είναι λύση να περιμένεις να πεθάνει ο άλλος. Η οικονομική κακοποίηση είναι βία - ακόμη κι αν μοιάζει με “κανονική ζωή”».
Κατέβασε τις εικόνες - μοιράσου το μήνυμα
#AORATES60




